Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012


Tα καψερά της μεταπολίτευσης και ο πανικός τους για το …αντίπαλον δέος”


Οι τελευταίοι τετανικοί σπασμοί, ενός αμοιβαδοειδούς
και γλοιώδους τέρατος, που ξεψυχάει. Ενός τέρατος,
που βλέπει το ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟΝ τέλος του, να ζυγώνει.
Οτι ζήσαμε από την έναρξη της μεταπολίτευσης και μετά,
εκμετρά το ζήν. Οι … “κυρίαρχες” ιδεολογίες της εποχής
του αμπέχωνου και του ταγαριού (’70-’80-’90), έμειναν
από λάστιχο και δεν είχαν ρεζέρβα. Οι “Τσέ-δες” και
οι “Πασιονάριες” του Πολυτεχνείου, έβγαλαν λέπια
και πούπουλα, απ’την αλόγιστη κατανάλωση, χαβιαριού
και φασιανού. Τώρα σέρνουν τα κιρσοβριθή τους πόδια,
στις κιτσάτες μαιζονέτες τους, των ΒΠ. Τώρα καταπίνουν με
το κιλό τα Xanax, την βαλεριάνα και τα διευκολυντικά
dulcolax. Γιά να καλμάρουν και γιά …’ν’αδειάσουν’. Γιατί
στ’αλλοπαρμένο τους τσερβέλο, έχουν μπερδέψει τ’άντερό τους,
με την ψυχή τους. Πιστεύοντας οι δύστυχοι, πως αν αυτό
αποκαθαρθεί, θα ξελαμπικάρει και η σκέψη τους. Κούνια,
που τους κούναγε. Αβάσταχτη η ελαφρότητά τους, που δεν
τους πέρασε ποτέ από το νού, ότι η άλλοτε ‘πιασάρικια’
πραμάτεια τους, σκούριασε, σάπισε, ξέφτισε. Ξέμεινε
στους ξεχαρβαλωμένους πάγκους, των αζήτητων.
Και τώρα σκούζουν, σαν τις γάτες τον Γενάρη. Οδύρονται,
ολοφύρονται και στηθοκοπιούνται. Προσφέροντάς μας,
σαν νόμιμη αποζημίωση, γιά τον τριακονταετή τους φασισμό,
ασυγκράτητο γέλιο. Γέλιο μέχρι δακρύων. Δάκρυα, από την
διέγερση των δακρυϊκών μας πόρων, αλλά και δάκρυα,
γιά την κατάντια τους την θλιβερή. Τους ακούτε στον περίγυρό
σας, στη γειτονιά σας, στις σχολές σας και στις καφετέριες.
Τους διαβάζετε στους ιστοχώρους του διαδικτύου, να απειλούν,
να τσιρίζουν σαν ‘αδερφές απάρτου’, να σας πετάνε στη μούρη,
όλα όσα κατά καιρούς είχατε σχολιάσει, σε άλλα ΑΣΧΕΤΑ
θέματα. Λυπηθείτε τους. Είναι τρομαγμένοι. Είναι απελπισμένοι.
Μην τους επιτίθεσθε. Δεν χρειάζεται. Το κάνουν αυτοί από
μόνοι τους, αποτελεσματικότερα. Αυτοδιαλύονται, εξαχνώνονται.
Σαν καλοί και φιλεύσπλαχνοι συμπολίτες, δώστε τους
χαρτομάντηλα, να σφουγγίσουν τα παραληρηματικά τους
δάκρυα, από τον πανικό τους γιά το …“ αντίπαλον δέος”,
που βλέπουν να τους έρχεται κατακέφαλα. Και μάλιστα
καταχειροκροτούμενο, από παληά τους ΚΥΡΙΩΣ, ‘συντρόφια’.
Σέβας, ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ.