Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012


Δώστε μου τη χώρα μου πίσω

Του Άγη Βερούτη 

Την Παρασκευή το βράδυ, φεύγοντας από τη δουλειά, είχα ένα επεισόδιο 
που με ταρακούνησε. Στο προαύλιο του κτιρίου που είναι η δουλειά μου,
 σε κεντρική λεωφόρο της πόλεως, είχε σταθμεύσει ένα κλειστό φορτηγάκι 
με πέντε άνδρες σαραντάρηδες, οι τρεις εκ των οποίων μεθυσμένοι.
 Βρίσκονταν όλοι έξω από το όχημά τους, με ένα μπουκάλι μπύρας
 ο καθένας στο χέρι του, και όταν τους ρώτησα αν μπορώ να τους βοηθήσω
 σε κάτι μου επετέθησαν αρχικά λεκτικά με βωμολοχίες και προσβολές,
 ενώ στη συνέχεια μαζεύτηκαν γύρω μου και ξεκίνησαν να με σπρώχνουν
 με άσχημες διαθέσεις ως προς την εθνικότητά μου και το κινητό μου τηλέφωνο. 
Λιγότερο από ένα λεπτό αφού ξεκίνησε αυτή η διαδικασία εμφανίστηκαν
 “από μηχανής Θεός” δύο μοτοσυκλέτες της Αστυνομικής Δύναμης ΔΙΑΣ
 με 4 αναβάτες και ανέλαβαν τον έλεγχο της καταστάσεως.
 Εντός ενός λεπτού από την άφιξη των πρώτων εμφανίστηκαν άλλες δύο
 μοτοσυκλέτες της ΔΙΑΣ με άλλους 4 αστυνομικούς αναβάτες.

Εκτός από τυχερός, που η αστυνομία παρενέβη χωρίς καν να τη φωνάξω, 
και που το έκανε εγκαίρως και πριν προλάβουν οι εν λόγω κύριοι να σπάσουν
 τα μπουκάλια της μπύρας τους στο πρόσωπό μου, ένοιωσα ευάλωτος
 διότι δεν είχα προβλέψει τη βίαιη αντίδρασή τους.

Στο δικό μου μυαλό αυτή η βίαιη αντίδραση ήταν εντελώς άτοπη, και απρόσμενη
. Σημειώνω τη λέξη άτοπη, διότι ο τρόπος που λειτουργούν οι άνθρωποι
 διαφέρει από τόπο σε τόπο. Είναι αυτό που επιχειρούμε να περιγράψουμε 
ως “κοινωνική συμπεριφορά”, χωρίς να μπορώ να πω ότι αν μου ζητηθεί
 ακριβής ορισμός αυτής, θα μπορέσω να ανταποκριθώ. 
Ξέρω όμως ότι πολύ δύσκολα μια παρέα από Έλληνες οικοδόμους
 της αντίστοιχης ηλικίας θα πάει να μεθύσει στο πάρκινγκ ενός άσχετου 
κτιρίου γραφείων, ή και αν το κάνει ακόμη, ότι θα επιτεθεί σε κάποιον
 ένοικο του κτιρίου που θα τους ρωτήσει ευγενικά αν χρειάζονται κάποια βοήθεια.

Έχοντας ζήσει ως οικονομικός μετανάστης σε άλλες χώρες για πολλά χρόνια, 
δεν μπορώ παρά να κάνω παραλληλισμούς με τον τρόπο που η Ελλάδα
 διαχειρίζεται, ή μάλλον ΔΕΝ διαχειρίζεται, τη μεταναστευτική κρίση που περνάει, 
συγκριτικά με τις ΗΠΑ ή την Αγγλία όπου έχω ζήσει. 
Σε προηγούμενο κείμενό μου (Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν) έχω ασχοληθεί με το θέμα,
 όμως επιφανειακά, και από τη διαχειριστική του πλευρά μόνον.

Τους τελευταίους μήνες, όμως, παρατηρείται μια έξαρση εγκληματικής βίας
 που κατευθύνεται προς τους Έλληνες, με έναυσμα ευτελή για εμάς αντικείμενα,
 όπως μια κάμερα, ένα κινητό τηλέφωνο, μερικές δεκάδες ευρώ, μερικά κοσμήματα,
 ή το γεγονός ότι είμαστε Έλληνες, και άρα φέρουμε ευθύνη για τη 
δυσχέρεια των οικονομικών μεταναστών στη χώρα μας σήμερα να έχουν ικανό
 αριθμό ημερομισθίων για να 
καλύπτουν τις ανάγκες τους.

Αντίστοιχα θυμάμαι ότι στις ΗΠΑ ο κάτοχος προσωρινής άδειας εργασίας την έχανε
 σε περίπτωση που βρισκόταν εκτός εργασίας για περισσότερους από 6 μήνες,
 οπότε και έπρεπε υποχρεωτικά να εγκαταλείψει τη χώρα.
 Τώρα αποκωδικοποιώ το σκεπτικό αυτού του κανόνα, καθώς η ανέχεια 
είναι η σπίθα της παραβατικότητας.

Η βία που κατευθύνεται προς τους πολίτες αυτής της Χώρας από όσους ζουν εδώ
 ως οικονομικοί μετανάστες, ουσιαστικά φιλοξενούμενοι, στις δικές τους
 κουλτούρες ίσως είναι αποδεκτή, όμως είναι εντελώς έξω από αυτό που 
εμείς θεωρούμε εντός εισαγωγικών “βάσιμη εγκληματικότητα”,
 δηλαδή ξεκαθαρίσματα λογαριασμών του υποκόσμου ή victimless crimes
 όπως αυτά τα εγκλήματα κατά της περιουσίας.

Αυτό που εμείς θεωρούμε εντελώς έξω από τη λογική, δηλαδή το να θυσιάσει
 κάποιος μια ανθρώπινη ζωή για οποιοδήποτε υλικό τίμημα, στην πράξη 
για ανθρώπους από άλλες κουλτούρες που καμιά προσπάθεια δεν κάνουμε
 να τους ενσωματώσουμε αλλά ούτε και εκείνοι θέλουν να ενσωματωθούν, 
δείχνει αποδεκτό.

Αν δούμε πως για κάποιον από μακρινή προς εμάς κουλτούρα,
 το να σκοτώσει έναν άλλο άνθρωπο για να του πάρει μια κάμερα ή μερικά
 σκουλαρίκια
, είναι ηθικά αντίστοιχο με το σπάσιμο ενός κλαδιού για να κατεβάσει ένα μελίσσι 
από το δέντρο και να αφαιρέσει την κερήθρα, ξεκάθαρα είμαστε άστοχοι 
με το ποιοι επιτρέπουμε να διαμένουν στη Χώρα μας.

Χώρια από κάθε παθιασμένη αντίδραση περί ανεπιθύμητων “ξένων”,
 ή εθνικιστικοθρησκευτικών κορωνών, οι πολιτισμικές διαφορές μας με 
αρκετούς από τους “φιλοξενούμενους” μας είναι αγεφύρωτες.
 Αυτό συμβαίνει όχι διότι είναι κακοί ή βίαιοι στη χώρα καταγωγής τους, 
αλλά διότι ο κοινωνικός προγραμματισμός τους είναι εντελώς ασύμβατος 
με τη δική μας κοινωνική κουλτούρα.

Κακά τα ψέμματα, δεν περιμένω να αλλάξει κουλτούρα κάποιος που έχει μάθει 
από παιδί στο δικό του τόπο καταγωγής, ότι είναι αποδεκτό να λιθοβολήσει 
μια γυναίκα επειδή κρυολόγησε βαριά, και άρα πρέπει να τη δει γιατρός. 
Ούτε περιμένω ότι κάποιος που έχει παιδικές παραστάσεις από ενήλικες
 που μαζεύονταν 5-6 μαζί, και αφού μεθούσαν, ξεθύμαιναν σπάζοντας 
τα άδεια μπουκάλια από τις μπύρες τους στο πρόσωπο κάποιου περαστικού
 που έκανε το λάθος να τους μιλήσει. Περιμένω όμως από την Ελληνική Πολιτεία
 να πάψει να προστατεύει μόνον τα διακαιώματα των “φιλοξενούμενων”
 της Χώρας αυτής, και να ξεκινήσει να υπεραμύνεται τα δικαιώματα των Πολιτών της, 
έστω και αργά.

Με αυτό δεν αναφέρομαι φυσικά στην εξαιρετική ανταπόκριση της ομάδας ΔΙΑΣ
 της Ελληνικής Αστυνομίας, στους οποίους οφείλω και ένα τεράστιο ευχαριστώ 
για το γεγονός ότι σήμερα μπορώ και γράφω αυτό το κείμενο. 
Αναφέρομαι στην ανάγκη δημιουργίας μιας εμπεριστατωμένης μεταναστευτικής
 πολιτικής, και στην εφαρμογή της πολιτικής αυτής.

Καμία χώρα δεν είναι σε θέση να απορροφήσει αριθμό μεταναστών ίσο με το 20%
 του πληθυσμού της. Αυτό όμως καλείται σήμερα να κάνει η Ελλάδα. 
Δεν είναι δυνατόν να γίνει. Ειδικά στη σημερινή οικονομική συγκυρία, 
είναι ακόμη δυσκολότερο. Όμως, καθημερινά βλέπουμε την αλλοτρίωση 
της κοινωνικής μας κουλτούρας, την έξαρση της εγκληματικότητας κατά 
των πολιτών, την αμέριστη ευκολία των όποιων διακινητών παρανόμων 
μεταναστών να παραγεμίζουν με εκ των προτέρων περιθωριοποιημένους
 ανθρώπους την μικρή κοινωνία μας, που ποτέ δεν πρόκειται να ενσωματωθούν
 στην Ελληνική κουλτούρα, και άρα ποτέ δεν θα μπορέσουν να νιώσουν
 την περηφάνια της Ελληνικότητας, τη φιλοξενία, το φιλότιμο, την αξία της 
ανθρώπινης ζωής,
 του διαλόγου, γιατί απλά η δική μας ανθρώπινη ζωή δεν λογίζεται ισάξια
 στο δικό τους αξιακό σύστημα.

Σιγά-σιγά η ίδια μας η ζωή αλλάζει προς το χειρότερο. Σήμερα ούτε που διανοείται
 ο Έλληνας να αφήσει το δεκάχρονο παιδί του να περπατήσει μόνο του το απόγευμα
 στην Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη, κάτι που θυμάμαι σαν παιδί έκανα καθημερινά.
 Σήμερα ούτε που διανοείται ο Έλληνας των πόλεων να αφήσει την εξώπορτα
 του σπιτιού του ανοικτή, όταν στη δική μου παιδική ηλικία η μητέρα μου
 μου έκανε παρατήρηση όταν την έκλεινα τις απογευματινές ώρες.

Η Ελλάδα που βιώνουμε σήμερα μοιάζει ολοένα και πιο ξένη για μας,
 και κοντινότερα στις κοινωνίες των φιλοξενούμενών μας. 
Πιστεύω είναι στιγμή να απαιτήσουμε από την Πολιτεία να προστατέψει
 την κοινωνική κουλτούρα μας τουλάχιστον με την ίδια ζέση που υπερασπίζεται 
τα δικαιώματα των φιλοξενούμενών μας, και επιτέλους να εισβάλλει η
 λογική στη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης που παρασύρει την κοινωνία
 μας σε μονοπάτια 
ανεξερεύνητα και ξένα προς την κοινωνική μας κουλτούρα.

Μόνο έτσι μπορούμε να πάρουμε πίσω τη Χώρα μας, που ταχύτατα 
ξεφεύγει από τα χέρια μας, και να αποφύγουμε να είμαστε εμείς οι μετανάστες 
στην ίδια μας τη Χώρα.

* Ο Άγης Βερούτης είναι επιχειρηματίας, Σπούδασε Μηχανολόγος 
Μηχανικός στις ΗΠΑ όπου και εργάστηκε σχεδόν είκοσι χρόνια