Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Δικαίωμα ψήφου.


Τὸ κά­θε πρό­βλη­μα ἔ­χει καὶ τὸ δι­κό του κλει­δὶ κι ἄ­δι­κα ὁ κα­θέ­νας προ­σπα­θῇ νὰ τὸ λύ­σῃ μὲ ἄλ­λο. Τὸ κλει­δί τῆς ὑ­πό­θε­σης, ποὺ λέ­νε.
Ἔ­γι­νε ἀ­νά­στα­το τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ κέν­τρο ἀ­πὸ ἕ­να τρε­λού­τσι­κο καὶ χα­ζὸ ἀ­γό­ρι, ποὺ ἤ­θε­λε νὰ ψη­φί­σῃ. Ἔ­ψα­ξαν τοὺς ἐ­κλο­γι­κοὺς κα­τα­λό­γους, ἀλ­λὰ δὲ βρέ­θη­κε γραμ­μέ­νος.
-Ἐμ­πρός, φύ­γε. Πά­ρε δρό­μο, εἶ­πε ὁ δι­κα­στι­κός.
-Ἐ­θύ, κα­τά­φε­ρε νὰ πῇ ἐ­κεῖ­νο. Εἶ­χε πρό­βλη­μα μὲ τὴ γλώσ­σα του καὶ τὴν ἄρ­θρω­ση. Κά­τι σὰν μουγ­γὸς ἦ­ταν.
-Ἔ­λα Λοῦ­το, σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ φύ­γῃς, εἶ­πα κι ἐ­γὼ σὰν πιὸ γνώ­στης τῆς δι­α­νο­η­τι­κῆς του κα­τά­στα­σης καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο οἰ­κεῖ­ος.
-Ἐ­θὺ νὰ φύ­γῃς, ἔ­λε­γε κι ἐ­πέ­με­νε. Θέ­λω νὰ φή­σω. Νὰ ψη­φί­σω ἐν­νο­οῦ­σε.
Ὁ δι­κα­στι­κὸς ἀ­γα­νά­κτη­σε καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν στρα­τι­ώ­τη νὰ τὸν βγά­λῃ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὅ­ση γλυ­κύ­τη­τα δι­έ­θε­τε στὸ ὕ­φος του καὶ συμ­πο­νών­τας τον, τὸν ἔ­σπρω­ξε μί­α καὶ δύ­ο φο­ρὲς καὶ τὸν ἔ­βγα­λε στὸ δι­ά­δρο­μο τοῦ σχο­λεί­ου ὅ­που ἦ­ταν τὸ ἐ­κλο­γι­κό μας τμῆ­μα.
Δο­κί­μα­σε καὶ σὲ ἄλ­λα τμή­μα­τα, στοὺς ἐ­πά­νω ὀ­ρό­φους, νὰ ψη­φί­σῃ κι ἀ­κού­γον­ταν τὰ μουγ­κα­νη­τά του μα­ζὶ μὲ τὶς φω­νὲς τῶν ὑ­πευ­θύ­νων, ποὺ τὸν ἀ­πό­δι­ω­χναν καὶ πρό­τει­ναν δι­ά­φο­ρες λύ­σεις. Σὲ λί­γο πά­λι, τρύ­πω­σε στὸ δι­κό μας κι ἐ­πέ­με­νε νὰ ψη­φί­σῃ.
-Ἀ­κοῦ­στε κύ­ρι­ε, εἶ­πα στὸ δι­κα­στι­κό. Δὲν πρό­κει­ται νὰ γλι­τώ­σου­με ἀ­πὸ τὸ για­κά του. Πάρ­τε ἕ­να ψη­φο­δέλ­τιο καὶ πη­γαί­νε­τε μα­ζί του πί­σω ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­βάν· βάλ­τε το σ’­ἕ­να φά­κε­λο καὶ πε­τάξ­τε το στὸ κα­λά­θι τῶν ἀ­χρἠ­στων. Θὰ πι­στέ­ψῃ ὅ­τι ψή­φι­σε καὶ θὰ ἡ­συ­χά­σου­με.
-Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ­τε στὰ κα­θή­κον­τά σας. Στὴ θέ­ση σας.
-Ἐ­πι­μέ­νω, εἶ­πα. Ἀ­φοῦ εἶ­ναι χα­ζὸς κι ἄ­γρα­φτος στὰ τε­φτέ­ρια μας, ὁ κα­η­μός του δὲ θὰ βλά­ψῃ κα­νέ­ναν. Εἴ­μα­στε ὁ­λοι μάρ­τυ­ρες. Δὲ θὰ τὸ ρί­ξῃς στὴν κάλ­πη.
-Μὲ ὑ­πο­κα­θι­στᾶς, τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις! ξέ­σπα­σε.
Μὲ τὸ δι­κα­στι­κὸ ἤ­μα­σταν καὶ λί­γο φι­λα­ρά­κια κι ἔ­δω­σα τό­πο στὴν ὀρ­γή, ποὺ λέ­νε, γιὰ νὰ μὴν τὸν προ­σβά­λω, ἀ­φοῦ δὲν δε­χό­τα­νε τὴ λύ­ση μου.
-Ἄς  δο­κι­μά­σου­με εἶ­πα μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη καὶ πα­ρα­κλη­τι­κά.
-Θὰ σκά­σῃς ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­πε ὀρ­γι­σμέ­νος.
Γιὰ νὰ δι­α­σκε­δά­σω τὰ πράγ­μα­τα, τὸν ρώ­τη­σα τὶ θέ­λει νὰ ψη­φί­σῃ. Χα­μο­γέ­λα­σε.
-Νέ­α Μο­κα­τί­α.  ΠΑ­ΘΟΚ.  Κ.Κ.,  εἶ­πε.
Ὅ­τι νὰ ‘τα­νε. Ἔ­φτα­νε νὰ ψη­φί­σῃ. Ἔ­νοι­ω­θε πὼς τοῦ στε­ροῦν αὐ­τὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ δι­καί­ω­μα καὶ και­γό­ταν ἡ ψυ­χή του γιὰ ἕ­να ψῆ­φο, τέ­λος πάν­των. Ἔ­φτα­νε νὰ ψη­φί­σῃ ὁ ἄν­θρω­πος. Δὲν ἤ­ξε­ρε γράμ­μα­τα κι οὔ­τε μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­χω­ρί­σῃ τὰ ψη­φο­δέλ­τια. Νὰ σκε­φτῇ κα­νεὶς πὼς κά­πο­τε τὸν ρώ­τη­σαν τὶ θέ­λεις νὰ γί­νῃς κι εἶ­πε λοῦ­τος. Λοῦ­στρος δη­λα­δή, καὶ τοῦ ‘μει­νε πα­ρα­τσού­κλι.
Μὲ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση μπῆ­κε μέ­σα ὁ δι­κα­στι­κὸς ἔ­φο­ρος, συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ τὸν πρό­ε­δρο τοῦ πρω­το­δι­κείου μας. Ἔ­γι­ναν πολ­λὲς συ­ζη­τή­σεις καὶ προ­τά­σεις. Ἐ­πα­νέ­λα­βα τὴ δι­κή μου (ἤ­μουν τῆς ἐ­φο­ρευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς) καὶ πρό­σθε­σα ὅ­τι εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­νά­πη­ρος.
-Νὰ τὸν πα­ρα­λά­βῃ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ τὸν με­τα­φέ­ρῃ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, εἶ­πε ὁ δι­κα­στι­κὸς ἔ­φο­ρος.
-Νὰ κρα­τη­θῇ, εἶ­πε ὁ ἄλ­λος.
-Μὰ εἶ­ναι ἀ­κίν­δυ­νος, εἶ­πα. Ἄ­δι­κα τὸν δι­ώ­χνε­τε. Θὰ πά­ῃ σὲ ἄλ­λο ἐ­κλο­γι­κὸ κέν­τρο καὶ θὰ δη­μι­ουρ­γή­σῃ τὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση.
Ὁ στρα­τι­ώ­της ἤ­δη τὸν ἔ­σερ­νε ἔ­ξω.
Καὶ πράγ­μα­τι. Ἀρ­γό­τε­ρα μά­θα­με ὅ­τι γύ­ρι­σε ὅ­λα τὰ ἐ­κλο­γι­κὰ κέν­τρα καὶ ζη­τοῦ­σε νὰ ψη­φί­σῃ. Τοῦ ἔ­λε­γαν «δὲν εἶ­σαι ἐ­δῶ γραμ­μέ­νος». Πή­γαι­νε στὸ τά­δε τμῆ­μα. Μὲ τὴν ἐ­πα­νεμ­φά­νι­σή του σὲ λί­γες ὧ­ρες, ξαφ­νι­κὰ ση­κώ­θη­κε ὁ δι­κα­στι­κὸς κι ἁρ­πά­ζον­τας τὸν Λοῦ­το ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι κι ἕ­να ψη­φο­δέλ­τιο στὴν τύ­χη, μ’­ἕ­να φά­κε­λο τὸν τρά­βη­ξε πί­σω ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­βάν. Βγαί­νον­τας, ὁ Λοῦ­τος σή­κω­σε τὰ χέ­ρια του φεγ­γο­βο­λών­τας ἀ­πὸ χα­ρά. Ἀγ­κά­λια­σε τὸ δι­κα­στι­κὸ κι ἄρ­χι­σε νὰ τὸν φι­λά­ῃ πα­ρό­λο ποὺ ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γῃ. Τὸν γι­ό­μι­σε σά­λια, καὶ σκου­πι­ζό­ταν. Χει­ρο­κρο­τή­σα­με ὅ­λοι.
Ὁ Λοῦ­τος φεύ­γον­τας πα­νευ­τυ­χὴς μᾶς χαι­ρέ­τη­σε ὅ­λους ὅ­πως κά­νουν τὰ με­γά­λα πο­λι­τι­κά πρό­σω­πα ποὺ προ­σέρ­χον­ται στὴν κάλ­πη, διὰ χει­ρα­ψί­ας.
-Δὲν πι­στεύ­ω Λοῦ­το τώ­ρα νὰ πᾶς κι ἀλ­λοῦ, εἶ­πα γιὰ νὰ τὸν ξε­κό­ψω.
-Σκά­σε βλά­κα, εἶ­πε κι ἔ­φυ­γε.

Λά­ζα­ρος Παυ­λί­δης